σφείς

Α
(προσ. αντων. γ' προσ. αρσ. και θηλ. πληθ.) Ι. ΚΛΙΣΗ: 1. γεν. αττ. τ. σφῶν, επικ. και ιων. τ. σφέων, ποιητ. τ. σφείων
2. δοτ. σφίσι(ν) και σφισι(ν) και σφι(ν), και σφίν, σπαν. λακων. τ. φιν, αιολ. τ. ἄσφι, συρακ. τ. ψιν, αρκαδ. τ. σφεῑς
3. (αιτ.) σφᾱς και σφας, επικ. και ιων. τ. σφέας και εγκλιτ. σφεας, κατ' αποκοπή σφε, αιολ. τ. ἄσφε, συρακ. τ. ψε. Σπαν. δοτ. εν. σφι(ν). Στην ιων. πεζογραφία απαντά και ουδ. εν. σφέα, και πληθ. σφε
II. ΣΗΜΑΣΙΑ: 1. (αντί τής οριστ. αντων.) αυτοί, αυτές («ἐκ γὰρ σφέων φρένας εἵλετο Παλλὰς Ἀθήνη», Ομ. Ιλ.)
2. (σπαν. αντί τής αυτοπαθούς αντων.) ἑαυτών, αὑτῶν
3. σε συνδυασμό με τις πλάγιες πτώσεις τής δεικτ. αντων. αὐτῶν, αὐτούς κ.λπ. σχηματίζει τις πλάγιες πτώσεις τού πληθ. τής αυτοπαθούς αντωνυμίας («Κερκυραῑοι σφῶν αὐτῶν τοὺς εχθρούς δοκοῡντας εἶναι ἐφόνευον», Θουκ.)
4. (σπαν. αντί τής αλληλοπαθούς αντων.) ἀλλήλων («ποθεινοτέρως σφῶν αὐτῶν ἔχειν», Ξεν.)
5. (σπαν. στον εν.) αυτός, αυτή, αυτό («ἀνθ' ὧν ἔπασχον εὖ, τελεσφόρον χάριν δοῡναί σφιν», Σοφ.)
6. (αντί τής προσωπ. αντων. β' πρόσ.) ὑμεῑς
7. (αντί τής προσωπ. αντων.) ἡμεῑς.
[ΕΤΥΜΟΛ. Η προσωπική αντωνυμία τού γ' προσώπου οὗ, οἵ, ανάγεται σε ΙΕ ρίζα *swe- / *sewe- (βλ. λ. οὗ, οἵ, ). Το θέμα, ωστόσο, τού πληθ. παρουσιάζει δυσκολίες. Είναι πιθανό ότι όλη η κλίση τού πληθ. βασίστηκε στη δοτική σφι(ν), που σχηματίστηκε από τη μηδενισμένη βαθμίδα της ρίζας *s-και την κατάλ. τής οργανικής πτώσης (πρβλ. ναῦφι). Η μαρτυρία τού αρκαδικού τ. δοτ. σφεῖς (πρβλ. και μυκην. pei) με τελικό σίγμα αναλογικά προς την β' κλίση (-οις/-οισι) οδηγεί στο να υποθέσει κανείς την ύπαρξη αμάρτυρου τ. δοτ. *σ-φει, παράλληλου τού σφι, που θα αντιστοιχούσε καλύτερα στο παλαιό λατ. sibei, από το οποίο προήλθε το sibi. Στη διάλεκτο τών Συρακουσών υπάρχει τ. δοτ. ψιν, ενώ το λεσβ. ἄσφι είναι δυσερμήνευτο. Ο τ. τής δοτ. σφι(ν) αντικαταστάθηκε γρήγορα από τον τ. σφίσι(ν), που σχηματίστηκε με την κατάλ. -σι τής γ' κλίσης τών ονομάτων. Όλη η κλίση λοιπόν τού πληθ. τής προσ. αντων. τού γ' προσώπου βασίστηκε σε θ. σφ- και ο παραλληλισμός μεταξύ τών σφι και ἄμμι τού α' προσώπου οδήγησε κατά το πρότυπο τού ἄμμε στον σχηματισμό αιτιατικής σφε, ενώ η διάλεκτος τών Συρακουσών έχει ψε και η λεσβ. ἄσφε. Σχηματίστηκαν επίσης οι τ. σφέας/σφᾶς, κατά τα ἡμέας/ἡμᾶς. Στη γενική απαντούν οι ομηρικοί τ. σφείων/σφέων και σφων, που χρησιμοποιείται στην αττ. διάλεκτο. Η ονομ. σφεις (πρβλ. ἡμεῖς) είναι μάλλον ο λιγότερο αρχαϊκός τ. Στην ιων. διάλεκτο σχηματίστηκε και ονομ.-αιτ. ουδ. σφεα, τ. σπάνιος και μτγν. γιατί η αντων. σφείς χρησιμοποιούνταν για να δηλώσει πρόσωπο. Ο Όμηρος, τέλος, παρέχει και δυϊκό αριθμό σφωε/σφωϊν, πάντοτε εγκλιτικό. Ο τ. τής οριστικής αντωνυμίας αὐτός αντικατέστησε τελικά το θ. *swe- τής προσ. αντωνυμίας τού γ' προσώπου. Από το θ. τού πληθ. σφε- σχηματίστηκαν και οι κτητικές επιθετικές αντωνυμίες σφεός/σφός «δικός τους» (πρβλ. ἐμός, σός) και σφέ-τερος (με κατάλ. -τερος, πρβλ. ἡμέ-τερος, -τερος), που χρησιμοποιήθηκε και στην αττ. διάλεκτο για δήλωση τόσο άμεσης όσο και έμμεσης αυτοπάθειας, συχνά μάλιστα μαζί με το αὐτῶν].

Dictionary of Greek. 2013.

Look at other dictionaries:

  • σφεῖς — Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem nom pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφωιν — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem gen pl (epic) σφωϊν , σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφας — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφε — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφεα — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. neut pl (ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφεας — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem acc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφεων — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem gen pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφείων — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem gen pl (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφι — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • σφιν — σφεῖς Rendic.Pont. Accad.Rom. di Arch. masc/fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.